δεκαμοιρία

δεκα-μοιρία, ,
A space of ten degrees of the zodiac, J.AJ3.7.7, Ptol.Alm.2.7, Anon. ap. Lyd.Ost.p.174 W.:— hence Adj. [suff] δεκα-μοιριαῖος, Heph.Astr.1.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκαμοιρία — δεκαμοιρίᾱ , δεκαμοιρία space of ten degrees fem nom/voc/acc dual δεκαμοιρίᾱ , δεκαμοιρία space of ten degrees fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμοιρίᾳ — δεκαμοιρίᾱͅ , δεκαμοιρία space of ten degrees fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμοιρία — δεκαμοιρία, η (Α) (για τον ζωδιακό κύκλο) απόσταση δέκα μοιρών …   Dictionary of Greek

  • δεκαμοιρίας — δεκαμοιρίᾱς , δεκαμοιρία space of ten degrees fem acc pl δεκαμοιρίᾱς , δεκαμοιρία space of ten degrees fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμοιρίαν — δεκαμοιρίᾱν , δεκαμοιρία space of ten degrees fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαμοιριῶν — δεκαμοιρία space of ten degrees fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.